βδάλλω

βδάλλω
Grammatical information: v.
Meaning: `milk (cows)' (Pl.).
Other forms: mostly present (rare aorists βδάλας, βδήλαιο). Also βδέλλω (sch. Theocr. 11, 34). Cf. βδέλλα `leech'.
Derivatives: βδάλσις `suction' (Gal.). Difficult βδαλοί ῥαφίδες (`garfish, Belone acus') θαλάσσιαι. καὶ φλέβες κρισσώδεις (`varicose veins') H. (not a mistake for βελόνη); βελλαι `id.' H., misread for βδαλοί, or a variant of *βδελλαι?.
Origin: PG [a word of Pre-Greek origin]
Etymology: That βδάλλω looks like a zero grade of βδέλλ-(α) is no doubt deceptive. The meaning `leech' and the group βδ- show that it is a Pre-Gr. word, as does the -λλ- (perh. bdaly-, or *byaly-). If βδαλοί does belong here, it shows Pre-Gr. -λλ\/λ-.
Page in Frisk: 1,229

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • βδάλλω — (AM) απομυζώ, βυζαίνω αρχ. 1. αρμέγω 2. ( ομαι) (για αγελάδα) έχω ή παράγω πολύ γάλα. [ΕΤΥΜΟΛ. Το βδάλλω είναι ενεστώτας σε *ye / o Σχηματίζεται με τη συνεσταλμένη βαθμίδα της ρίζας, της οποίας η απαθής μορφή υπάρχει στο ουσ. βδέλλα] …   Dictionary of Greek

  • βδάλλω — milk pres subj act 1st sg βδάλλω milk pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βδαλλόμενον — βδάλλω milk pres part mp masc acc sg βδάλλω milk pres part mp neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βδάλλει — βδάλλω milk pres ind mp 2nd sg βδάλλω milk pres ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βδάλλοντα — βδάλλω milk pres part act neut nom/voc/acc pl βδάλλω milk pres part act masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βδάλλουσι — βδάλλω milk pres part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) βδάλλω milk pres ind act 3rd pl (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βδῆλαι — βδάλλω milk aor imperat mid 2nd sg βδάλλω milk aor inf act …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐβδαλμένον — βδάλλω milk perf part mp masc acc sg βδάλλω milk perf part mp neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἔβδαλλον — βδάλλω milk imperf ind act 3rd pl βδάλλω milk imperf ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βδαλλομέναις — βδάλλω milk pres part mp fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βδαλλομένοις — βδάλλω milk pres part mp masc/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.